ομοιοκαταληξία


ομοιοκαταληξία
Ταυτότητα ήχων μεταξύ δύο ή περισσότερων λέξεων, μετά την τονιζόμενη συλλαβή. Γενικά, ο όρος αναφέρεται σε λέξεις που βρίσκονται στο τέλος δύο συνεχόμενων ή γειτονικών στίχων. Οι ο. λέγονται οξύτονες ή καταληκτικές, παροξύτονες και προπαροξύτονες, ανάλογα με τη συλλαβή στην οποία τονίζονται οι λέξεις που ομοιοκαταληκτούν (για παράδειγμα, φορεί-στη γη, αποκοίμισε-θύμισε, πάνε-φάνε). Από τους αναρίθμητους συνδυασμούς ο. που μπορούν να πλεχτούν με αρκετή ποικιλία μέσα στη στροφή του ποιήματος, αναφέρουμε τις πιο γνωστές: τις ζευγαρωτές ο. (ή ανά διστιχία, δηλαδή αυτές που βρίσκονται σε δύο διαδοχικούς στίχους του τύπου αα, ββ)· τις εναλλασσόμενες (που εμφανίζονται σε εναλλασσόμενους στίχους κατά το σχήμα αβαβ)· τις χιαστές (με τη μορφή αββα, όταν δηλαδή σε ένα τετράστιχο ο α’ στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δ’ και ο β’ με τον γ’)· τις αλυσιδωτές (την ο. αυτή χρησιμοποίησε ο Δάντης και είναι γνωστή ως terza rima), όταν ο α’ στίχος του πρώτου τρίστιχου ομοιοκαταληκτεί με τον γ’, ο β’ του πρώτου τρίστιχου με τον α’ και τον γ’ του δεύτερου τρίστιχου κ.ο.κ.), οι οποίες μπορούν να αποδοθούν με το σχήμα: αβα, βγβ, γδγ κ.ο.κ. Αν η ο. δεν είναι τέλεια, δηλαδή αν η ταυτότητα των φθόγγων δεν είναι πλήρης και αφορά μόνο τα φωνήεντα ή μόνο τα σύμφωνα, έχουμε αντίστοιχα τη φωνηεντική συνήχηση (χορτάρια-καράβια) ή τη συμφωνική (μοίρα-πίκρα), που είναι συχνές και οι δύο στη λαϊκή ποίηση και στις παροιμίες. Η ο. θεωρείται ότι άνθησε κατά τον Μεσαίωνα με την ποίηση του όψιμου λατινικού κόσμου, τότε δηλαδή που αναζητούσαν νέα στοιχεία αρμονίας για να αντικαταστήσουν την ποσοτική ρυθμική που είχε πλέον εκλείψει. Επειδή όμως και η προβηγκιανή επίσης ποίηση τη χρησιμοποίησε σε μεγάλο βαθμό με πολύ αυστηρά σχήματα, πολλοί πιστεύουν ότι η προέλευση της ο. πρέπει να αναζητηθεί στην ποίηση των τροβαδούρων, και ότι εισήχθη στη νότια Γαλλία από τους Άραβες μετά την κατάκτηση της Ισπανίας. Αφού πέρασε ύστερα στην ποίηση στις δημώδεις γλώσσες, η ο. συνέχισε να ακμάζει έως τον 16o αι., οπότε, με τη διάδοση του ανομοιοκατάληκτου στίχου, ακόμα και στις γερμανικές χώρες, έπεσε για πολύ καιρό σε αχρηστία σχεδόν παντού. Ο νέος της θρίαμβος σημειώθηκε στη ρομαντική εποχή, κυρίως όσον αφορά τη λυρική ποίηση. Σήμερα, εκτός από εξαιρέσεις που δεν είναι άλλωστε σπάνιες, η ο. έχει γενικά παραμεληθεί. Στην ελληνική ποίηση τα πρώτα δείγματα συστηματικής ο. εμφανίζονται περίπου στα μέσα του 15ου αι. Βιβλίο στιχουργικής με μορφή λεξικού, έκδοση του 1763. Απευθυνόταν στους Ιταλούς ποιητές και περιείχε λέξεις που ομοιοκαταληκτούσαν με εκείνην του κάθε λήμματος.
* * *
η (Μ ὁμοιοκαταληξία) [ομοιοκατάληκτος]
1. ομοιότητα στην κατάληξη
2. (μετρ.) επανάληψη τής ίδιας κατάληξης στις τονιζόμενες συλλαβές τής τελευταίας λέξης δύο ή περισσότερων στίχων, ρίμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὁμοιοκαταληξία — ὁμοιοκαταληξίᾱ , ὁμοιοκαταληξία similarity of termination fem nom/voc/acc dual ὁμοιοκαταληξίᾱ , ὁμοιοκαταληξία similarity of termination fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομοιοκαταληξία — η η όμοια κατάληξη δύο ή περισσότερων στίχων, αλλ. ρίμα: Ομοιοκαταληξία σταυρωτή, πλεχτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὁμοιοκαταληξίας — ὁμοιοκαταληξίᾱς , ὁμοιοκαταληξία similarity of termination fem acc pl ὁμοιοκαταληξίᾱς , ὁμοιοκαταληξία similarity of termination fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμοιοκαταληξίαν — ὁμοιοκαταληξίᾱν , ὁμοιοκαταληξία similarity of termination fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατσιά — Είδος έμμετρης ποιητικής και μουσικής σύνθεσης. Το ποιητικό είδος της κ. εμφανίστηκε πρώτη φορά στη Γαλλία τον 13ο αι., αλλά άνθησε ιδιαίτερα στην Ιταλία στα τέλη του 14ου και κατά τον 15o αι. με τα έργα των Τοσκανών ποιητών, ανάμεσα στους… …   Dictionary of Greek

  • ρομανθέρο — (romancero). Έτσι έχουν ονομαστεί οι παλιές συλλογές των romances, ισπανικών επικολυρικών ποιημάτων σε οκτασύλλαβους με ομοιοκαταληξία στους ζυγούς στίχους. Οι πρώτες συλλογές romances χρονολογούνται από τη δεύτερη πεντηκονταετία του 15ου αι. και …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • στιχουργική — Η επιστήμη που εξετάζει τον τρόπο της κατασκευής των στίχων, τους κανόνες δηλαδή σύμφωνα με τους οποίους γίνεται η σύνθεση των στίχων που απαρτίζουν ένα ποίημα. Οι κανόνες αυτοί αφορούν κυρίως τον αριθμό των συλλαβών, την τομή, την ομοιοκαταληξία …   Dictionary of Greek

  • ανομοιοκατάληκτος — η, ο (AM ἀνομοιοκατάληκτος, ον) αυτός που δεν έχει την ίδια κατάληξη με άλλον, ανομοιοτέλευτος («στίχοι ανομοιοκατάληκτοι» στίχοι που δεν έχουν ομοιοκαταληξία) …   Dictionary of Greek

  • επισυνέμπτωσις — ἐπισυνέμπτωσις, ή (Μ) η ομοιοκαταληξία τών λέξεων και η επαλληλία τών συμφώνων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + συνέμπτωσις «σύμπτωση μέτρων, τύπων»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.